Υπ’ αρ. 10/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας


Σύμφωνα με το σκεπτικό της υπ’ αρ. 10/2024 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, κατά την διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 περ. α και 2 του ν. 2190/1920 «Περί ανωνύμων εταιρειών», το οποίο προβλέπει την άσκηση ελέγχου των Α.Ε., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 49 του ν. 3604/2007, δικαίωμα να ζητήσουν έλεγχο της ανώνυμης εταιρείας, από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας στην οποία αυτή εδρεύει, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχουν μέτοχοι της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Ο έλεγχος διατάσσεται εάν πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις των νόμων ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 1484/2019, ΑΠ 1439/2015, δημ. Νόμος). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 της ίδιας διάταξης, μέτοχοι της εταιρείας, που εκπροσωπούν το 1/5 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο τον έλεγχο της εταιρείας, εφόσον από την όλη πορεία αυτής, καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις, ρυθμίζεται το δικαίωμα διεξαγωγής έκτακτου ελέγχου της ανώνυμης εταιρείας, με αίτηση της μειοψηφίας, το οποίο διακρίνεται ανάλογα με το ποσοστό των μετοχών των αιτούντων και το είδος των καταγγελλόμενων πράξεων και το οποίο αποβλέπει, καταρχάς, στην συγκέντρωση στοιχείων για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά εταιρικών οργάνων, στην αναζήτηση τυχόν ευθυνών τους, αλλά και γενικότερα, στην ενημέρωση της γενικής συνέλευσης σχετικά με τον τρόπο άσκησης της διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων, δικαίωμα, η άσκηση του οποίου δεν εμποδίζεται από την έγκριση του ισολογισμού ή την απαλλαγή του διοικητικού συμβουλίου από την ευθύνη του, με απόφαση στην οποία συμμετείχαν και οι αιτούντες (ΕφΘεσ. 2360/2019, δημ. Νόμος). Ειδικότερα, προϋπόθεση ασκήσεως δικαιώματος ελέγχου από τη «μικρή μειοψηφία» (που αντιπροσωπεύει το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου), είναι η καταγγελία συγκεκριμένων πράξεων, από τις οποίες πιθανολογείται η παραβίαση διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, με σκοπό, κατά κύριο λόγο, την προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων προσώπων και, ιδιαίτερα, της μειοψηφίας των μετόχων. Ως εκ τούτου, ο έκτακτος έλεγχος της «μικρής μειοψηφίας», είναι έλεγχος νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων, σχετικών προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ή την εκπλήρωση άλλων καθηκόντων των οργάνων της εταιρείας, που αναφέρονται στην κατά το νόμο διοίκηση της, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες, κ.α. Δεν αρκεί, με την αίτηση, να ζητείται να ελεγχθεί ορισμένη πράξη, αλλά πρέπει αυτή (αίτηση) να περιέχει ισχυρισμό ότι με την πράξη πιθανολογείται παράβαση διάταξης του νόμου ή του καταστατικού ή των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων της εταιρείας (ΕφΠειρ 272/1996 ΕλλΔνη 1997.642).

Προς τούτο, πρέπει στην αίτηση να αναφέρονται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η πιθανότητα αυτή. Ο νόμος, δηλαδή, αξιώνει όχι πράξη που αποτελεί παράβαση νόμου, του καταστατικού ή της απόφασης γενικής συνέλευσης, αλλά πράξη, που κάνει πιθανή μια τέτοια παράβαση. Ως εκ τούτου, υπό τα εκτιθέμενα στην αίτηση περιστατικά, πρέπει να προκύπτει η πιθανότητα, όχι απλώς η δυνατότητα, αλλά ούτε η βεβαιότητα, ότι με την καταγγελλόμενη πράξη επέρχεται τέτοια παράβαση. Η αξιούμενη πιθανολόγηση, στην περίπτωση αυτή, δεν έχει ως αντικείμενο το νομικό χαρακτηρισμό των επικαλούμενων γεγονότων ως παράβασης. Ο νομικός χαρακτηρισμός, γίνεται από το δικαστήριο κατά την υπαγωγική μέθοδο και δεν υπόκειται στην αξιολογική εκτίμηση του πιθανού, διότι αντικείμενο της πιθανολόγησης είναι μόνον πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1439/2015, δημ. Νόμος). Προκειμένου όμως για τον έκτακτο έλεγχο από την «μεγάλη μειοψηφία» (1/5), δεν απαιτείται να γίνει επίκληση πράξης που πιθανολογεί τις ως άνω παραβάσεις, αλλά αρκεί να προταθεί ότι, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, καθίσταται πιστευτό, από την όλη πορεία των εταιρικών υποθέσεων, ότι η διοίκηση της εταιρείας δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση, απαιτείται δηλαδή να γίνει επίκληση και απόδειξη πραγματικών γεγονότων, που συνιστούν μη χρηστή και ασύνετη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι οποίες αναφέρονται στις συναλλαγές της εταιρείας με τους τρίτους ή στη διοίκηση του νομικού προσώπου της. Ως εκ τούτου, θα πρέπει στην αίτηση να γίνεται επίκληση του ότι, η πορεία των εταιρικών υποθέσεων είναι τέτοια, που γεννάει την υπόνοια μη χρηστής και μη συνετής διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων. Η πορεία αυτή θα πρέπει να είναι κακή, δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει μια τάση χειροτέρευσης της κατάστασής της, χωρίς όμως απαραίτητα να υπάρχουν και ζημίες. Ο τελευταίος, αυτός, έλεγχος της «μεγάλης μειοψηφίας», δεν είναι μόνο έλεγχος νομιμότητας ως προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων (ήτοι, δεν περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρείας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες), αλλά είναι και έλεγχος σκοπιμότητας, δηλαδή επεκτείνεται στην εξακρίβωση, του αν οι διαχειριστικές πράξεις, ωφελούν ή ζημιώνουν την εταιρεία, δηλαδή του αν επαυξάνουν το ενεργητικό και τα κέρδη της ή όχι (ΑΠ 1484/2019, ΑΠ 1439/2015, ΕφΘεσ 2360/2019, ΕφΑθ 2197/2015, δημ. Νόμος). Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έλεγχος της ανώνυμης εταιρείας από τη «μικρή μειοψηφία» (άρθρο 40 2 ν. 2190/1920) διατάσσεται, αν το δικαστήριο πιθανολογήσει ότι έχουν τελεστεί οι καταγγελλόμενες πράξεις που αποτελούν παράβαση του νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 1484/2019, ΑΠ 1439/2015, ΕφΘεσ 2360/2019, δημ. Νόμος, Λ. Κόκκινης, ό.π. σελ. 1549, Νισυραίος Ε., Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρείας, Αθήνα 1992, τόμ. Α’, αρθρ. 40 -40ε §§147 επ.). Αντίθετα, έλεγχος ανώνυμης εταιρείας από τη «μεγάλη μειοψηφία» (άρθρο 40 & 3 ν. 2190/1920), διατάσσεται μόνο αν το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχθηκαν πλήρως τα περιστατικά που αφορούν τη μη χρηστή και συνετή διαχείριση, η κακή οικονομική πορεία της εταιρείας και η αιτιώδης σύνδεση της κακής, αυτής, πορείας, με την κακή διοίκηση. Μόνη αρνητική προϋπόθεση του ελέγχου της «μεγάλης μειοψηφίας», είναι να μην εκπροσωπείται αυτή, στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, δι’ εκπροσώπων της, πολλώ δε μάλλον, να μην συμμετέχει κάποιο μέλος της, στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας. Η αρνητική αυτή προϋπόθεση, δεν ισχύει για τον έλεγχο από τη «μικρή μειοψηφία», αφού ούτε από το γράμμα, αλλά ούτε και από το πνεύμα του νόμου, διαφαίνεται πρόθεση του νομοθέτη να επιβάλει τέτοια προϋπόθεση στην άσκηση του δικαιώματος ελέγχου της εταιρείας (ΕφΘεσ. 2630/2019, ΕφΑθ 145/2012 δημ. Νόμος). Επομένως και ο μειοψηφών μέτοχος, που συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο, έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου και αν ακόμη ο έλεγχος αυτός, ανάγεται σε χρόνο που ήταν μέλος της διοικήσεως της εταιρείας. Απαιτείται, όμως, ο αιτών τον έκτακτο έλεγχο, μειοψηφών μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου, να μην έχει ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση της εταιρείας και να μην γνωρίζει την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα αυτής. Πρέπει, συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας, να ερευνά τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αιτούντος τον έκτακτο έλεγχο, ότι τη διαχειριστική εξουσία της εταιρείας ασκούσε άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και ότι ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί για τα οικονομικά πεπραγμένα της (βλ. σχετ. ΑΠ 422/2019, δημ. Νόμος). Δέον να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 2 εδ. β του ν. 2190/1920, η υποβολή της αίτησης για έκτακτο έλεγχο από τη «μικρή μειοψηφία», πρέπει να γίνει εντός τριετίας από τη χρονολογία έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων της χρήσης μέσα στην οποία τελέσθηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις, με την επισήμανση, ωστόσο, ότι όσο δεν λαμβάνεται (νόμιμη) απόφαση για έγκριση των οικονομικών καταστάσεων, η προθεσμία δεν εκκινεί και δεν εμποδίζεται η υποβολή της αίτησης (ΕφΘεσ 2401/1998 Αρμ. 1998,1496). Αντίθετα, η αξίωση για έκτακτο έλεγχο από τη «μεγάλη μειοψηφία», δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, με την επιφύλαξη της αποδυνάμωσης του σχετικού δικαιώματος, λόγω μακράς παρόδου χρόνου (ΕφΛαρ 273/2014, δημ. ΔΣΑ).

Εξάλλου, η αίτηση μπορεί να στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά και κατά των μελών της ελεγκτέας διοίκησης, τα οποία ομοδικούν (άρθρο 74 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως συνυποκείμενα με εκείνην (διοίκηση) στον έλεγχο και ευθυνόμενα είτε εκ της εντολής είτε εκ του αδικήματος (ΕφΘεσ 2360/2019, ΕφΑθ 145/2012, ΕφΠειρ 444/2009, δημ. Νόμος, I. Μάρκου, Τα δικαιώματα ελέγχου της μειοψηφίας στην Ανώνυμη Εταιρία, Αρμ 1979, 476, Πασσιάς, Το Δίκαιο της Ανωνύμου Εταιρίας, σελ. 782 επ.). Επιπλέον, το άρθρο 40 § 4 κ.ν. 2190/1920, ορίζει ότι οι αιτούντες τον έλεγχο μέτοχοι, οφείλουν να αποδείξουν στο Δικαστήριο ότι κατέχουν τις μετοχές που τους δίνουν το δικαίωμα να ζητήσουν τον έλεγχο της εταιρείας. Τέτοια απόδειξη, αποτελεί και η κατάθεση των μετοχών, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 28 του ιδίου νόμου. Σε κάθε περίπτωση, η απόδειξη μπορεί να γίνει εξ` εταιρικών εγγράφων (βιβλίο μετοχών), άλλων τίτλων, εγγράφων, με μάρτυρες ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου (ΕφΑθ 145/2012 δημ. Νόμος, ΕφΘεσ 985/1999 ΕπισκΕμπΔ 2000.188).

Εξάλλου, η αίτηση για τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου, δεν αποκλείεται να σωρευθεί στο αυτό δικόγραφο και με παρόμοια, περί διορισμού προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 218 και 741 ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 2401/1998 Αρμ. 1998.1496, Β. Μπρακατσούλας, Εκούσια Δικαιοδοσία, 2002 σελ. 290). Τέλος, σημειώνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 189 εδ. α` του ν. 4548/2018 «Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών» (ΦΕΚ Α 104/13.6.2018), με ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού στις 1.1.2019 (άρθρο 190, βλ. και επιμέρους μεταβατικές διατάξεις στο άρθρ. 187), οι ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1920, καταργήθηκαν και το δικαίωμα της μειοψηφίας να ζητήσει τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου της ανώνυμης εταιρείας, προβλέπεται πλέον στις διατάξεις των άρθρων 142-143 του νέου νόμου, με τις οποίες διατηρείται η ίδια βασική ρυθμιστική δομή και λειτουργία του έκτακτου ελέγχου. Εξάλλου, το κατά τα προδιαληφθέντα, δικαίωμα της «μικρής μειοψηφίας» για άσκηση έκτακτου ελέγχου της εταιρείας, κατ’ άρθρο 40 ν. 2190/1920 (και, ήδη, 143 ν. 4548/2018), συναρτάται και με την υποχρέωση πίστης που υπέχουν οι μέτοχοι προς την ανώνυμη εταιρεία και προς τους υπόλοιπους μετόχους, ώστε μοναδικό όριο στην άσκηση του, είναι η μη κατάχρηση δικαιώματος, κατά τους γενικούς ορισμούς και προϋποθέσεις του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα (Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες σελ. 407, Λ. Γεωργακόπουλου, Το δίκαιο των εταιριών τ. III, σελ. 363).

Πηγή: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος